απόμακρος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απόμακρος < μεσαιωνική ελληνική ἀπόμακρα + -ος.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈpo.ma.kɾos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐πό‐μα‐κρος
Επίθετο
[επεξεργασία]απόμακρος, -η, -ο
- που είναι, βρίσκεται ή (προ)έρχεται (από) μακριά
- (μεταφορικά) συναισθηματικά απομακρυσμένος, ψυχρός, αδιάφορος ή χωρίς αισθήματα
- ※ Στο μαγαζί άρχισαν οι πελάτες να αραιώνουν. Ακόμη και οι πιο επιεικείς δεν άντεχαν την περίεργη, απόμακρη, σχεδόν απόκοσμη συμπεριφορά του. Ο πάντα ευπροσήγορος Θεοφάνης, ο ευπρεπής, να έχει γίνει απόκοσμος. (Νίκος Θέμελης, Για μια συντροφιά ανάμεσά μας, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)
- ※ Δεν ήξερε και δεν ήθελε να πουλάει τον εαυτό του. Όλοι έλεγαν πως είναι περίπλοκο ον, ψυχρός, μπλαζέ, απόμακρος, κίλερ επαγγελματίας, φραγκοφονιάς. Κι όμως, αποδείχτηκε πιο αισθαντικός και πιο μπεσαλής από όλους. (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ σταρ, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] 1. φυσικά απομακρυσμένος, μακρινός
Πηγές
[επεξεργασία]- απόμακρος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- απόμακρος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)