απόμακρος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απόμακρος < μεσαιωνική ελληνική ἀπόμακρα + -ος
Επίθετο
[επεξεργασία]απόμακρος -η -ο
- που είναι, βρίσκεται ή (προ)έρχεται (από) μακριά
- ※ Στο μαγαζί άρχισαν οι πελάτες να αραιώνουν. Ακόμη και οι πιο επιεικείς δεν άντεχαν την περίεργη, απόμακρη, σχεδόν απόκοσμη συμπεριφορά του. Ο πάντα ευπροσήγορος Θεοφάνης, ο ευπρεπής, να έχει γίνει απόκοσμος. (Νίκος Θέμελης, Για μια συντροφιά ανάμεσά μας, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)
- ※ Δεν ήξερε και δεν ήθελε να πουλάει τον εαυτό του. Όλοι έλεγαν πως είναι περίπλοκο ον, ψυχρός, μπλαζέ, απόμακρος, κίλερ επαγγελματίας, φραγκοφονιάς. Κι όμως, αποδείχτηκε πιο αισθαντικός και πιο μπεσαλής από όλους. (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ σταρ, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)