Μετάβαση στο περιεχόμενο

απόμακρος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απόμακρος η απόμακρη το απόμακρο
      γενική του απόμακρου της απόμακρης του απόμακρου
    αιτιατική τον απόμακρο την απόμακρη το απόμακρο
     κλητική απόμακρε απόμακρη απόμακρο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απόμακροι οι απόμακρες τα απόμακρα
      γενική των απόμακρων των απόμακρων των απόμακρων
    αιτιατική τους απόμακρους τις απόμακρες τα απόμακρα
     κλητική απόμακροι απόμακρες απόμακρα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απόμακρος < μεσαιωνική ελληνική ἀπόμακρα + -ος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈpo.ma.kɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐πό‐μα‐κρος

Επίθετο

[επεξεργασία]

απόμακρος, -η, -ο

  1. που είναι, βρίσκεται ή (προ)έρχεται (από) μακριά
  2. (μεταφορικά) συναισθηματικά απομακρυσμένος, ψυχρός, αδιάφορος ή χωρίς αισθήματα
    ※  Στο μαγαζί άρχισαν οι πελάτες να αραιώνουν. Ακόμη και οι πιο επιεικείς δεν άντεχαν την περίεργη, απόμακρη, σχεδόν απόκοσμη συμπεριφορά του. Ο πάντα ευπροσήγορος Θεοφάνης, ο ευπρεπής, να έχει γίνει απόκοσμος. (Νίκος Θέμελης, Για μια συντροφιά ανάμεσά μας, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)
    ※  Δεν ήξερε και δεν ήθελε να πουλάει τον εαυτό του. Όλοι έλεγαν πως είναι περίπλοκο ον, ψυχρός, μπλαζέ, απόμακρος, κίλερ επαγγελματίας, φραγκοφονιάς. Κι όμως, αποδείχτηκε πιο αισθαντικός και πιο μπεσαλής από όλους. (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ σταρ, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]