ασέβεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ασέβεια ασέβειες
γενική ασέβειας ασεβειών
αιτιατική ασέβεια ασέβειες
κλητική ασέβεια ασέβειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασέβεια < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασέβεια θηλυκό

  1. η ενέργεια που (τυπικά) χαρακτηρίζεται από έλλειψη ηθικής, που αρνείται να συμμορφωθεί σε ορισμένους κανόνες, ηθικούς και μη, που πολλές φορές έχει στόχο να προσβάλει.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]