βεστιάριον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βεστιάριον < ιταλική vestiario < λατινική vestiarium < vestis < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *wes-ti(h₂)- < *wes- ‎(ντύνω, ρούχο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βεστιάριον ουδέτερο