βιοτή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βιοτή οι βιοτές
      γενική της βιοτής των βιοτών
    αιτιατική τη βιοτή τις βιοτές
     κλητική βιοτή βιοτές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιοτή < αρχαία ελληνική βιοτή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιοτή θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική βιοτή αἱ βιοταί
      γενική τῆς βιοτῆς τῶν βιοτῶν
      δοτική τῇ βιοτ ταῖς βιοταῖς
    αιτιατική τὴν βιοτήν τὰς βιοτᾱ́ς
     κλητική ! βιοτή βιοταί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βιοτᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  βιοταῖν
1η κλίση όπως «τιμή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιοτή < βίοτος < βίος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιοτή θηλυκό

  1. ζωή
    ἀλλά σ’ ἐς Ἠλύσιον πεδίον καὶ πείρατα γαίης / ἀθάνατοι πέμψουσιν, ὅθι ξανθὸς Ῥαδάμανθυς, / τῇ περ ῥηΐστη βιοτὴ πέλει ἀνθρώποισιν. (Όμηρος, Οδύσσεια, δ', 563-565)
  2. επιβίωση

Συνώνυμα[επεξεργασία]