γαρδούμπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαρδούμπα γαρδούμπες
γενική γαρδούμπας
αιτιατική γαρδούμπα γαρδούμπες
κλητική γαρδούμπα γαρδούμπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαρδούμπα < μεσαιωνική ελληνική γαρδούμιον < λατινική caldumen < caldus (=ζεστός, θερμός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαρδούμπα θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]