γονεύς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική γονεύς γονεῖ γονεῖς
Γενική γονέως γονέοιν γονέων
Δοτική γονεῖ γονέοιν γονεῦσι(ν)
Αιτιατική γονέα γονεῖ γονέας
Κλητική γονεῦ γονεῖ γονεῖς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γονεύς < γίγνομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γονεύς αρσενικό

  1. γονέας, γονιός, στον ενικό συχνά ο πατέρας
    τὰς γυναῖκας ταύτας τῶν ἀνδρῶν τούτων πάντων πάσας [457d] εἶναι κοινάς, ἰδίᾳ δὲ μηδενὶ μηδεμίαν συνοικεῖν: καὶ τοὺς παῖδας αὖ κοινούς, καὶ μήτε γονέα ἔκγονον εἰδέναι τὸν αὑτοῦ μήτε παῖδα γονέα (και τις γυναίκες θα τις έχουν κοινές όλοι οι άνδρες και δεν θα συγκατοικούν με καμία και θα αναθρέφουν κοινά τα παιδιά τους και ούτε ο πατέρας θα ξέρει ποιος είναι ο απόγονός του ούτε το παιδί θα γνωρίζει τον πατέρα) (Πλάτων, Πολιτεία)
  2. ο πρόγονος, αυτός από τον οποίο κάποιος έλκει την καταγωγή
    Κροῖσος δὲ πέμπτου γονέος ἁμαρτάδα ἐξέπλησε, ὃς ἐὼν δορυφόρος Ἡρακλειδέων ( ο Κροίσος πλήρωσε την αμαρτία που είχε διαπράξει ο πρόγονός του πριν από πέντε γενεές, ο οποίος αν και ήταν στη φρουρά των Ηρακλειδών...) (Ηρόδοτος)
  3. στον πληθυντικό, οι γονείς, μητέρα και πατέρας, αλλά και οι πρόγονοι
    τίκτουσιν δὲ γυναῖκες ἐοικότα τέκνα γονεῦσιν (Ησίοδος)
    γονῆς γὰρ Ἔρωτος οὔτ᾽ εἰσὶν οὔτε λέγονται ὑπ᾽ οὐδενὸς οὔτε ἰδιώτου οὔτε ποιητοῦ (γιατί ο Έρως δεν είχε γονείς ουτε αναφέρεται να είχε από κανέναν, ούτε ιδιώτη ούτε ποιητή) (Πλάτων)
  4. το ζώο που γεννά ένα άλλο πλάσμα, σε σχέση με το μικρό του
    τῷ γονέι τιμωρέοντα ἔτι ἐν τῇ γαστρὶ ἐόντα τὰ τέκνα διεσθίει τὴν μητέρα (για φίδια, ο Ηρόδοτος)