δίοδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δίοδος δίοδοι
γενική διόδου διόδων
αιτιατική δίοδο διόδους
κλητική (δίοδο) δίοδοι
Το σύμβολο της ηλεκτρονικής διόδου

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίοδος <
  1. αρχαία ελληνική δίοδος
  2. (αντιδάνειο) αγγλική diode (λέξη που δημιουργήθηκε, το 1919, από τον Βρετανό Ουίλιαμ Χένρι Εκλς -William Henry Eccles- πιθανόν όχι από την αυτούσια αρχαία ελληνική αλλά από τις δύο ρίζες που αποτελούν το έτυμο της ελληνικής λέξης)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίοδος θηλυκό

  1. δρόμος που οδηγεί από ένα σημείο σε άλλο, πέρασμα
  2. η ενέργεια της διέλευσης μέσα από οριοθετημένο διάστημα, το πέρασμα
    απαγορεύεται η δίοδος
  3. (συνεκδοχικά) δρόμος διεξόδου, πέρασμα προς
    δεν υπάρχει δίοδος προς τη θάλασσα
  4. (ηλεκτρονικά) ηλεκτρονικό εξάρτημα που επιτρέπει την κίνηση του ρεύματος μόνο προς μία κατεύθυνση
    για την ανόρθωση του ρεύματος χρησιμοποιούμε μία δίοδο

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίοδος < δύο + ὁδός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίοδος θηλυκό

  1. δίοδος, πέρασμα