δευτεροετής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δευτεροετής δευτεροετής δευτεροετές
γενική δευτεροετούς δευτεροετούς δευτεροετούς
αιτιατική δευτεροετή δευτεροετή δευτεροετές
κλητική δευτεροετή(ής) δευτεροετής δευτεροετές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δευτεροετείς δευτεροετείς δευτεροετή
γενική δευτεροετών δευτεροετών δευτεροετών
αιτιατική δευτεροετείς δευτεροετείς δευτεροετή
κλητική δευτεροετείς δευτεροετείς δευτεροετή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δευτεροετής < δεύτερο(ς) + -ετής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δευτεροετής, -ής, -ές

  1. (εκπαίδευση) που σχετίζεται με το πρώτο έτος φοίτησης σε μια σχολή
  2. (ουσιαστικοποιημένο) φοιτητής ή φοιτήτρια που διανύουν το δεύτερο έτος των σπουδών τους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]