διάττοντας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διάττοντας διάττοντες
γενική διάττοντα διαττόντων
αιτιατική διάττοντα διάττοντες
κλητική διάττοντα διάττοντες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάττοντας < αρχαία ελληνική διᾴττων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διᾴττω / διᾴσσω / διαΐσσω < ἀΐσσω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάττοντας αρσενικό

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διάττοντας

  1. (αστρονομία) διάττοντας
  2. (μεταφορικά) εντελώς περιστασιακός

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]