διαποτισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διαποτισμένος διαποτισμένη διαποτισμένο
γενική διαποτισμένου διαποτισμένης διαποτισμένου
αιτιατική διαποτισμένο διαποτισμένη διαποτισμένο
κλητική διαποτισμένε διαποτισμένη διαποτισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διαποτισμένοι διαποτισμένες διαποτισμένα
γενική διαποτισμένων διαποτισμένων διαποτισμένων
αιτιατική διαποτισμένους διαποτισμένες διαποτισμένα
κλητική διαποτισμένοι διαποτισμένες διαποτισμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαποτισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαποτίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

διαποτισμένος, -η, -ο

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]