διαστολή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαστολή διαστολές
γενική διαστολής διαστολών
αιτιατική διαστολή διαστολές
κλητική διαστολή διαστολές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διαστολή < ελληνιστική κοινή διαστολή < αρχαία ελληνική διαστολή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

διαστολή θηλυκό

  1. (φυσική) η αύξηση του όγκου ενός σώματος
  2. η αύξηση του όγκου ενός οργάνου του σώματος με την έκταση των τοιχωμάτων του, που συνήθως ακολουθείται από μια συστολή
    η διαστολή της καρδιάς
  3. η αύξηση των διαστάσεων ενός σώματος
    η διαστολή της κόρης του ματιού στο σκοτάδι
  4. (μουσική) η κάθετη προς το πεντάγραμμο γραμμή που δηλώνει το τέλος ενός μουσικού μέτρου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

διαστολή θηλυκό

  1. ο χωρισμός ενός αντικειμένου από άλλο