δολίνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δολίνη οι δολίνες
      γενική της δολίνης των δολινών
    αιτιατική τη δολίνη τις δολίνες
     κλητική δολίνη δολίνες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δολίνη < δολίνα +

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δολίνη[1] θηλυκό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία.