δραματουργός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο δραματουργός οι δραματουργοί
      γενική του δραματουργού των δραματουργών
    αιτιατική τον δραματουργό τους δραματουργούς
     κλητική δραματουργέ δραματουργοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δραματουργός < αρχαία ελληνική δραματουργός < δρᾶμα + -ουργός (< ἔργον)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δραματουργός αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]