δυάρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δυάρι δυάρια
γενική δυαριού δυαριών
αιτιατική δυάρι δυάρια
κλητική δυάρι δυάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυάρι < δυ(ο) + -άρι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ˈa.ɾi/
ΔΦΑ : /ˈðʝa.ɾi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυάρι ουδέτερο

  1. το ψηφίο 2
  2. (κατ’ επέκταση) κάθε τι που αποτελείται από δύο ομοειδή αντικείμενα
    • (ειδικότερα) διαμέρισμα με δύο κύρια δωμάτια (εκτός των χολ, κουζίνα και μπάνιο)
  3. (κατ’ επέκταση) (σε περιβάλλον ομάδας ατόμων που έχουν κοινά χαρακτηριστικά) κάθε τι που αποτελεί τυποποιημένο μέγεθος 2
    • το τραπουλόχαρτο με τον αριθμό δύο
    • πρόκα, άλεν, κοπτικό κλπ, μεγέθους 2
    • μέγεθος γραμμάτων 2 στιγμών
    • βαθμός σε εξετάσεις
  4. (αθλητισμός) ποδοσφαιριστής που αγωνίζεται δεξιός αμυντικός στην σύνθεση.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]