εμβρυογενής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εμβρυογενής εμβρυογενής εμβρυογενές
γενική εμβρυογενούς εμβρυογενούς εμβρυογενούς
αιτιατική εμβρυογενή εμβρυογενή εμβρυογενές
κλητική εμβρυογενή(ής) εμβρυογενής εμβρυογενές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εμβρυογενείς εμβρυογενείς εμβρυογενή
γενική εμβρυογενών εμβρυογενών εμβρυογενών
αιτιατική εμβρυογενείς εμβρυογενείς εμβρυογενή
κλητική εμβρυογενείς εμβρυογενείς εμβρυογενή

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμβρυογενής < έμβρυο + -ο- + -γενής ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική embryogénique)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /εm.vɾi.ɔ.ʝε.ˈnis/

Επίθετο[επεξεργασία]

εμβρυογενής

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]