εμπιστεύσιμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἔμπιστος, έμπιστος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εμπιστεύσιμος εμπιστεύσιμη εμπιστεύσιμο
γενική εμπιστεύσιμου εμπιστεύσιμης εμπιστεύσιμου
αιτιατική εμπιστεύσιμο εμπιστεύσιμη εμπιστεύσιμο
κλητική εμπιστεύσιμε εμπιστεύσιμη εμπιστεύσιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εμπιστεύσιμοι εμπιστεύσιμες εμπιστεύσιμα
γενική εμπιστεύσιμων εμπιστεύσιμων εμπιστεύσιμων
αιτιατική εμπιστεύσιμους εμπιστεύσιμες εμπιστεύσιμα
κλητική εμπιστεύσιμοι εμπιστεύσιμες εμπιστεύσιμα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμπιστεύσιμος < εμπιστεύομαι + -ιμος < αρχαία ελληνική ἐμπιστεύομαι < πιστός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /εm.bi.ˈstεf.si.mɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

εμπιστεύσιμος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]