Μετάβαση στο περιεχόμενο

ενώτιο

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : ενδώτιο, ἐνώτιον

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ενώτιο τα ενώτια
      γενική του ενώτιου
& ενωτίου
των ενώτιων
& ενωτίων
    αιτιατική το ενώτιο τα ενώτια
     κλητική ενώτιο ενώτια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ενώτιο < αρχαία ελληνική ἐνώτιον < ὠτίον, υποκοριστικό του οὖς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ενώτιο ουδέτερο

  1. (λόγιο, κόσμημα) σκουλαρίκι
    ※  Τα κτερίσματα αυτού του τάφου, αντίθετα με την πολυτελή κατασκευή του ήταν μάλλον πενιχρά. Βρέθηκαν, εκτός από αβαφή όστρακα, μια μικρή οινοχόη, όμοια με του τάφου Τ1, ένα χάλκινο δαχτυλίδι, μια οστέινη ψήφος, θραύσματα από χάλκινα ενώτια, από τα οποία το ένα με γυάλινα στοιχεία (Εικ. 17) και ένα πολύ μικρό.. (Το Αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη, Τόμος 8, ΑΠΘ, 1998, σελ. 246)
  2. (αρχιτεκτονική) δομικό στοιχείο μεταξύ των πεσσών στους οποίους στηρίζεται ο τρούλος και στη βάση του

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  • → δείτε τη λέξη αφτί

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]