εξαγορασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξαγορασμένος εξαγορασμένη εξαγορασμένο
γενική εξαγορασμένου εξαγορασμένης εξαγορασμένου
αιτιατική εξαγορασμένο εξαγορασμένη εξαγορασμένο
κλητική εξαγορασμένε εξαγορασμένη εξαγορασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξαγορασμένοι εξαγορασμένες εξαγορασμένα
γενική εξαγορασμένων εξαγορασμένων εξαγορασμένων
αιτιατική εξαγορασμένους εξαγορασμένες εξαγορασμένα
κλητική εξαγορασμένοι εξαγορασμένες εξαγορασμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαγορασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξαγοράζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εξαγορασμένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: εξαγοράζω

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]