εξουσιοδοτημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξουσιοδοτημένος εξουσιοδοτημένη εξουσιοδοτημένο
γενική εξουσιοδοτημένου εξουσιοδοτημένης εξουσιοδοτημένου
αιτιατική εξουσιοδοτημένο εξουσιοδοτημένη εξουσιοδοτημένο
κλητική εξουσιοδοτημένε εξουσιοδοτημένη εξουσιοδοτημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξουσιοδοτημένοι εξουσιοδοτημένες εξουσιοδοτημένα
γενική εξουσιοδοτημένων εξουσιοδοτημένων εξουσιοδοτημένων
αιτιατική εξουσιοδοτημένους εξουσιοδοτημένες εξουσιοδοτημένα
κλητική εξουσιοδοτημένοι εξουσιοδοτημένες εξουσιοδοτημένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξουσιοδοτημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξουσιοδοτώ

Μετοχή[επεξεργασία]

εξουσιοδοτημένος, -η, -ο

  • Τα εξουσιοδοτημένα συνεργεία είναι πιο ακριβά
  • Αρνήθηκα να του δείξω το περιεχόμενο της τσάντας μου λέγοντάς του ότι δεν είναι εξουσιοδοτημένος να ελέγχει πολίτες

Μεταφράσεις[επεξεργασία]