εξουσιοδοτημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξουσιοδοτημένος εξουσιοδοτημένη εξουσιοδοτημένο
γενική εξουσιοδοτημένου εξουσιοδοτημένης εξουσιοδοτημένου
αιτιατική εξουσιοδοτημένο εξουσιοδοτημένη εξουσιοδοτημένο
κλητική εξουσιοδοτημένε εξουσιοδοτημένη εξουσιοδοτημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξουσιοδοτημένοι εξουσιοδοτημένες εξουσιοδοτημένα
γενική εξουσιοδοτημένων εξουσιοδοτημένων εξουσιοδοτημένων
αιτιατική εξουσιοδοτημένους εξουσιοδοτημένες εξουσιοδοτημένα
κλητική εξουσιοδοτημένοι εξουσιοδοτημένες εξουσιοδοτημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξουσιοδοτημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξουσιοδοτώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εξουσιοδοτημένος, -η, -ο

  • Τα εξουσιοδοτημένα συνεργεία είναι πιο ακριβά
  • Αρνήθηκα να του δείξω το περιεχόμενο της τσάντας μου λέγοντάς του ότι δεν είναι εξουσιοδοτημένος να ελέγχει πολίτες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]