εξουσιοδότηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξουσιοδότηση εξουσιοδοτήσεις
γενική εξουσιοδότησης
& εξουσιοδοτήσεως
εξουσιοδοτήσεων
αιτιατική εξουσιοδότηση εξουσιοδοτήσεις
κλητική εξουσιοδότηση εξουσιοδοτήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξουσιοδότηση < εξουσιοδοτώ + -ση (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική autorisation)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.ksu.si.ɔ.ˈðɔ.ti.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξουσιοδότηση θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]