επαΐων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἐπαΐων

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η επαΐων οι επαΐοντες
      γενική του/της επαΐοντος των επαϊόντων
    αιτιατική τον/την επαΐοντα τους/τις επαΐοντες
     κλητική επαΐων
επαΐον*
επαΐοντες
* Κατά την αρχαία κλίση.
Κατηγορία όπως «θεράπων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επαΐων < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό της μετοχής επαΐων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπαΐων

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επαΐων αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]