ειδήμων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: εἰδήμων

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ειδήμων /
ειδήμονας
ειδήμων ειδήμον
γενική ειδήμονος /
ειδήμονα
ειδήμονος ειδήμονος
αιτιατική ειδήμονα ειδήμονα ειδήμον
κλητική ειδήμων ειδήμων ειδήμον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ειδήμονες ειδήμονες ειδήμονα
γενική ειδημόνων ειδημόνων ειδημόνων
αιτιατική ειδήμονες ειδήμονες ειδήμονα
κλητική ειδήμονες ειδήμονες ειδήμονα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ειδήμων < ελληνιστική κοινή εἰδήμων < αρχαία ελληνική εἴδομαι / οἶδα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *weyd- (βλέπω, γνωρίζω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ειδήμων αρσενικό ή θηλυκό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]