εργογραφία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εργογραφία οι εργογραφίες
      γενική της εργογραφίας των εργογραφιών
    αιτιατική την εργογραφία τις εργογραφίες
     κλητική εργογραφία εργογραφίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εργογραφία < έργ(ο) + -γραφία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /eɾ.ɣo.ɣraˈfi.a/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εργογραφία θηλυκό

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]