ζυγοσταθμισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ζυγοσταθμισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ζυγοσταθμίζω
Μετοχή
[επεξεργασία]ζυγοσταθμισμένος, -η, -ο
- που του έχει γίνει ζυγοστάθμιση