ημικρατικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ημικρατικός ημικρατική ημικρατικό
γενική ημικρατικού ημικρατικής ημικρατικού
αιτιατική ημικρατικό ημικρατική ημικρατικό
κλητική ημικρατικέ ημικρατική ημικρατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ημικρατικοί ημικρατικές ημικρατικά
γενική ημικρατικών ημικρατικών ημικρατικών
αιτιατική ημικρατικούς ημικρατικές ημικρατικά
κλητική ημικρατικοί ημικρατικές ημικρατικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ημικρατικός < ημι- + κρατικός < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική halbstaatlich

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ημικρατικός

  • που είναι κατά το ήμισυ ή εν μέρει κρατικός και κατά το υπόλοιπο ποσοστό ιδιωτικός
    ο πολλαπλασιασμός κρατικών ή ημικρατικών οργανισμών έχει σα συνέπεια τη διόγκωση του κύκλου δραστηριοτήτων του κράτους και την επέκτασή του όχι μόνο στη δημόσια σφαίρα αλλά και στην ιδιωτική

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]