θελξίνους
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θελξίνους < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θελξίνους, συνηρημένος τύπος του θελξίνοος
Επίθετο
[επεξεργασία]θελξίνους, -ους, -ουν (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση στο θελξίνους)
- (αρχαιοπρεπές) άλλη μορφή του θελξίνοος
- ※ Τὸ ἆσμα τοῦτο ἥν χορωδία τις γερμανική, θελξίνους καὶ μελίρρυτος, δι'ήχου ἐμβριθοῦς καὶ συγκινητικοῦ, ἐν ὦ ἐδέσποζεν ἡ ἁπλότης ἐκείνη ἡ καθιστῶσα θελκτικά τὰ δημώδη τῆς Γερμανίας ἄσματα (Ο Κόσμος, τεύχος ΛΣΤ, Κωνσταντινούπολη, 14/5/1883, σελ. 575 )
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] θελξίνους
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| θελξῐνοο- | ||||||
| ονομαστική | ὁ/ἡ | θελξίνοος > θελξίνους | τὸ | θελξίνοον > θελξίνουν | ||
| γενική | τοῦ/τῆς | θελξινόου > θελξίνου | τοῦ | θελξινόου > θελξίνου | ||
| δοτική | τῷ/τῇ | θελξινόῳ > θελξίνῳ | τῷ | θελξινόῳ > θελξίνῳ | ||
| αιτιατική | τὸν/τὴν | θελξίνοον > θελξίνουν | τὸ | θελξίνοον > θελξίνουν | ||
| κλητική ὦ! | θελξίνοε > θελξίνους | θελξίνοον > θελξίνουν | ||||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ/αἱ | θελξίνοοι > θελξῖνοι | τὰ | θελξίνοᾰ > θελξίνοᾰ | ||
| γενική | τῶν | θελξινόων > θελξίνων | τῶν | θελξινόων > θελξίνων | ||
| δοτική | τοῖς/ταῖς | θελξινόοις > θελξίνοις | τοῖς | θελξινόοις > θελξίνοις | ||
| αιτιατική | τοὺς/τὰς | θελξινόους > θελξίνους | τὰ | θελξίνοᾰ > θελξίνοᾰ | ||
| κλητική ὦ! | θελξίνοοι > θελξίνοι | θελξίνοᾰ > θελξίνοᾰ | ||||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | θελξινόω > θελξίνω | τὼ | θελξινόω > θελξίνω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | θελξινόοιν > θελξίνοιν | τοῖν | θελξινόοιν > θελξίνοιν | ||
| Οι σπάνιες κλητικές πτώσεις, ίδιες με τις ονομαστικές." | ||||||
| 2η κλίση, ομάδα 'εὔνοος εὔνους', Κατηγορία 'εὔνους' όπως «εὔνους» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Επίθετο
[επεξεργασία]θελξίνους, -ους, -ουν
Πηγές
[επεξεργασία]- θελξίνοος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- θελξίνοος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αρχαιοπρεπείς όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Επίθετα με κλίση της ομάδας 'εὔνοος εὔνους' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'εὔνους' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'εὔνους' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -νοος (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)