θεϊσμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θεϊσμός θεϊσμοί
γενική θεϊσμού θεϊσμών
αιτιατική θεϊσμό θεϊσμούς
κλητική θεϊσμέ θεϊσμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεϊσμός < από το λατινικό deus, θεός.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θεϊσμός αρσενικό και ντεϊσμός

  1. η πίστη στο θείο, η πίστη στο θείας φύσης μεταφυσικό
  2. λατρευτική-θρησκευτική φιλοσοφική προσέγγιση ή ανάλυση
    οι περισσότερες αθεϊστικές προσεγγίσεις είναι θεϊστικές κι όχι επιστημονικές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]

  • θεϊσμός

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]