θηριοτροφείο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θηριοτροφείο θηριοτροφεία
γενική θηριοτροφείου θηριοτροφείων
αιτιατική θηριοτροφείο θηριοτροφεία
κλητική θηριοτροφείο θηριοτροφεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θηριοτροφείο < ελληνιστική κοινή θηριοτροφεῖον < θηρίον + τρέφω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θηριοτροφείο ουδέτερο

  1. τόπος που ζουν και τρέφονται έγκλειστα σε κλουβιά άγρια θηρία
  2. (μεταφορικά) σχολείο με πολύ ατίθασους μαθητές

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]