κήρυκας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κήρυκας κήρυκες
γενική κήρυκα κηρύκων
αιτιατική κήρυκα κήρυκες
κλητική κήρυκα κήρυκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κήρυκας < αρχαία ελληνική κῆρυξ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈki.ɾi.kas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κήρυκας αρσενικό

  1. αυτός που φέρνει μια είδηση, ο αγγελιοφόρος
  2. αυτός που με ιδιαίτερο ζήλο προσπαθεί να κάνει ευρύτερα γνωστή, να διαδώσει, να κηρύξει μια θρησκεία ή μια ιδέα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]