καραβίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καραβίδα οι καραβίδες
      γενική της καραβίδας των καραβίδων
    αιτιατική την καραβίδα τις καραβίδες
     κλητική καραβίδα καραβίδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καραβίδα < αρχαία ελληνική καραβίς, υποκοριστικό του κάραβος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καραβίδα θηλυκό

  1. μαλακόστρακο ζώο του γλυκού νερού που μοιάζει με αστακό
  2. η θαλάσσια καραβίδα (Nephrops norvegicus)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]