καρνάβαλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καρνάβαλος καρνάβαλοι
γενική καρνάβαλου καρνάβαλων
αιτιατική καρνάβαλο καρνάβαλους
κλητική καρνάβαλε καρνάβαλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρνάβαλος < καρναβάλι + -ος < ιταλική carnevale < λατινική carnem levare (απομακρύνω, εξαφανίζω το κρέας) < caro + levo

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καρνάβαλος αρσενικό

  1. ανθρώπινο ομοίωμα που περιφέρεται πάνω σε άρμα την αποκριά
    Η βροχή που έπεφτε από το μεσημέρι στην Πάτρα δεν στάθηκε ικανή να εμποδίσει την μεγάλη παρέλαση του βασιλιά καρνάβαλου. Με την μπάντα του δήμου επικεφαλής, τα σατιρικά άρματα που δημιούργησε το καρναβαλικό εργαστήριο του δήμου βγήκαν στο δρόμο στις 2 μετά το μεσημέρι. Το πρώτο άρμα είχε ως θέμα τις πρόσφατες εκλογές, ενώ το δεύτερο έβαλε στο σατιρικό του στόχαστρο το σύστημα υγείας. Πίσω τους ακολουθούσαν 35.000 καρναβαλιστές, μέλη των 141 πληρωμάτων του κρυμμένου θησαυρού, οι οποίοι απέσπασαν το χειροκρότημα των θεατών για τις ευφάνταστες στολές και τις περίτεχνες κατασκευές τους. (*)
  2. (συνεκδοχικά) η καρναβαλική παρέλαση και οι σχετικές εκδηλώσεις
  3. (μεταφορικά) άτομο με κωμική ή γελοία εμφάνιση ή αμφίεση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]