καρναβάλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το καρναβάλι τα καρναβάλια
      γενική του καρναβαλιού των καρναβαλιών
    αιτιατική το καρναβάλι τα καρναβάλια
     κλητική καρναβάλι καρναβάλια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρναβάλι < ιταλική carnevale < λατινική carnem levare (απομακρύνω, εξαφανίζω το κρέας) < caro + levo

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καρναβάλι ουδέτερο

  1. (λαογραφία) η εορταστική περίοδος της αποκριάς
    Περιμένουν το καρναβάλι για να ξεφαντώσουν.
  2. οι εορταστικές εκδηλώσεις της αποκριάς
    Το περίφημο καρναβάλι της Πάτρας.
  3. (συνεκδοχικά) ο μεταμφιεσμένος που μετέχει στις εορταστικές εκδηλώσεις
    Θα ντυθούμε καρναβάλια.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]