κελεμπία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Η Σομαλή σχεδιάστρια Muna Khalif φορά μια μοντέρνα κελεμπία
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κελεμπία οι κελεμπίες
      γενική της κελεμπίας των κελεμπιών
    αιτιατική την κελεμπία τις κελεμπίες
     κλητική κελεμπία κελεμπίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κελεμπία < αραβική جلباب (ǧilbạb)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kε.lε.'bi.a/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κελεμπία θηλυκό

  1. (ενδυμασία) είδος φαρδιού και μακριού αραβικού (άσπρου ή γαλάζιου) ρούχου
  2. (κατ' επέκταση) οποιοδήποτε ρούχο μοιάζει με κελεμπία

Μεταφράσεις[επεξεργασία]