κεραυνόπληκτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κεραυνόπληκτος κεραυνόπληκτη κεραυνόπληκτο
γενική κεραυνόπληκτου κεραυνόπληκτης κεραυνόπληκτου
αιτιατική κεραυνόπληκτο κεραυνόπληκτη κεραυνόπληκτο
κλητική κεραυνόπληκτε κεραυνόπληκτη κεραυνόπληκτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κεραυνόπληκτοι κεραυνόπληκτες κεραυνόπληκτα
γενική κεραυνόπληκτων κεραυνόπληκτων κεραυνόπληκτων
αιτιατική κεραυνόπληκτους κεραυνόπληκτες κεραυνόπληκτα
κλητική κεραυνόπληκτοι κεραυνόπληκτες κεραυνόπληκτα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεραυνόπληκτος < ελληνιστική κοινή κεραυνόπληκτος

Επίθετο[επεξεργασία]

κεραυνόπληκτος

  1. που έχει πληγεί από κεραυνό
  2. που έχει εκπλαγεί σε μεγάλο βαθμό


Μεταφράσεις[επεξεργασία]