κρίνον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρίνον ουδέτερο

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική κρίνον κρίνεα
Γενική κρίνου κρινέων
Δοτική κρίνῳ κρίνεσι(ν)
Αιτιατική κρίνον κρίνεα
Κλητική κρίνον κρίνεα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρίνον < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρίνον ουδέτερο (ῐ) (ετερόκλιτο)

  1. (βοτανική) κρίνο, λείριο
  2. (ελληνιστική κοινή) είδος χορού
  3. (ελληνιστική κοινή) (γαστρονομία) είδος ψωμιού
  4. (ελληνιστική κοινή) (αρχιτεκτονική) είδος αρχιτεκτονικού στολιδιού