κυματοθραύστης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κυματοθραύστης οι κυματοθραύστες
      γενική του κυματοθραύστη των κυματοθραυστών
    αιτιατική τον κυματοθραύστη τους κυματοθραύστες
     κλητική κυματοθραύστη κυματοθραύστες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυματοθραύστης < κύμα + -ο- + -θραύστης ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική brise-lames)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κυματοθραύστης αρσενικό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]