λήθη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η λήθη
      γενική της λήθης
    αιτιατική τη λήθη
     κλητική λήθη
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λήθη < αρχαία ελληνική λήθη < λήθω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *leh₂- (αποκρύπτω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λήθη θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. η λησμονιά, το σβήσιμο από τη μνήμη, το να μη θυμάσαι πια
  2. η λησμονιά, η κατάσταση κατά την οποία δεν σε θυμάται κανείς

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]