λεπτολόγος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική λεπτολόγος λεπτολόγος λεπτολόγο
γενική λεπτολόγου λεπτολόγου λεπτολόγου
αιτιατική λεπτολόγο λεπτολόγο λεπτολόγο
κλητική λεπτολόγε λεπτολόγε λεπτολόγο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λεπτολόγοι λεπτολόγοι λεπτολόγα
γενική λεπτολόγων λεπτολόγων λεπτολόγων
αιτιατική λεπτολόγους λεπτολόγους λεπτολόγα
κλητική λεπτολόγοι λεπτολόγοι λεπτολόγα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεπτολόγος < αρχαία ελληνική λεπτολόγος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /lε.ptɔ.ˈlɔ.ɣɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λεπτολόγος, -ος/-α, -ο

  • που έχει την τάση να λεπτολογεί, να επιμένει στις λεπτομέρειες ενός πράγματος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]