λευχαιμία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λευχαιμία οι λευχαιμίες
      γενική της λευχαιμίας των λευχαιμιών
    αιτιατική τη λευχαιμία τις λευχαιμίες
     κλητική λευχαιμία λευχαιμίες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λευχαιμία < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λευχαιμία θηλυκό

  1. νεοπλασματική ασθένεια του αίματος που εκδηλώνεται με πολύ μεγάλο αριθμό λευκών αιμοσφαιρίων, τα οποία στρέφονται κατά του οργανισμού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]