λυμφατικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λυμφατικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική lymphatique < λατινική lymphaticus < lymphatus < lympho < lympha < αρχαία ελληνική νύμφη
Επίθετο
[επεξεργασία]λυμφατικός
- (ιατρική) που πάσχει από λυμφατισμό / λεμφατισμό
- (μεταφορικά, λόγιο) ασθενικός, καχεκτικός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λυμφατικός αρσενικό
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- (ιατρική) αυτός που πάσχει από λυμφατισμό / λεμφατισμό
Συγγενικά
[επεξεργασία]- λυμφατισμός / λεμφατισμός
- → δείτε τη λέξη νύμφη
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λυμφατικός
Πηγές
[επεξεργασία]- λυμφατικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)