Μετάβαση στο περιεχόμενο

μακιάτο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
Καφές μακιάτο.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μακιάτο < (άμεσο δάνειο) ιταλική macchiato (κηλιδωμένος)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μακιάτο άκλιτο

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]