μεγαλοποιημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μεγαλοποιημένος μεγαλοποιημένη μεγαλοποιημένο
γενική μεγαλοποιημένου μεγαλοποιημένης μεγαλοποιημένου
αιτιατική μεγαλοποιημένο μεγαλοποιημένη μεγαλοποιημένο
κλητική μεγαλοποιημένε μεγαλοποιημένη μεγαλοποιημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεγαλοποιημένοι μεγαλοποιημένες μεγαλοποιημένα
γενική μεγαλοποιημένων μεγαλοποιημένων μεγαλοποιημένων
αιτιατική μεγαλοποιημένους μεγαλοποιημένες μεγαλοποιημένα
κλητική μεγαλοποιημένοι μεγαλοποιημένες μεγαλοποιημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεγαλοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μεγαλοποιώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

μεγαλοποιημένος, -η, -ο

  • που έχει μεγαλοποιηθεί, που παρουσιάζεται πιο μεγάλος απ' ό,τι είναι στην πραγματικότητα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]