μοιχευμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μοιχευμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου μοιχεύω
Μετοχή
[επεξεργασία]μοιχευμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη μοιχεύω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μοιχευμένος
|
|