μούσι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μούσι μούσια
γενική μουσιού μουσιών
αιτιατική μούσι μούσια
κλητική μούσι μούσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μούσι < γαλλική mouche

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μούσι ουδέτερο

  1. γένι που αφήνεται να αναπτυχθεί μόνο στο πηγούνι
  2. (κατ’ επέκταση) τα γένια σε ολόκληρο το πρόσωπο, η γενειάδα
  3. (μεταφορικά) ψέμα
    άσε τα μούσια (σταμάτα τα ψέματα)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]