μπάτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπάτης μπάτηδες
γενική μπάτη μπάτηδων
αιτιατική μπάτη μπάτηδες
κλητική μπάτη μπάτηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπάτης < τουρκική batı < ιταλικά vento d' imbatto. (Έχει προταθεί επίσης: < αρχαία ελληνική ἐμβάτης (=αυτός που εμβαίνει/εισέρχεται από τη θάλασσα στην ξηρά))

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπάτης αρσενικό

  • (ναυτικός όρος) (μετεωρολογία) (ιδιωματικό) άνεμος που φυσά από τη θάλασσα προς την ξηρά κυρίως τούς θερινούς μήνες
    Η θαλάσσια μάζα θερμαίνεται βραδύτερα της στεριάς, η δε διαφορά θερμοκρασίας προκαλεί την οριζόντια κίνηση αέριων μαζών στη θέση των θερμότερων που ανέρχονται. Ιδιαίτερα στις παραλίες ο άνεμος αυτός ονομάζεται "θαλάσσια αύρα" ή μπάτης.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]