μυττωτός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μυττωτός μυττωτώ μυττωτοί
Γενική μυττωτοῦ μυττωτοῖν μυττωτῶν
Δοτική μυττωτ μυττωτοῖν μυττωτοῖς
Αιτιατική μυττωτόν μυττωτώ μυττωτούς
Κλητική μυττωτέ μυττωτώ μυττωτοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μυττωτός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μυττωτός αρσενικό (& μυσωτός & ιωνικός τύπος μυσσωτός & ουδέτερο μυττωτόν)

  1. έδεσμα που παρασκευάζεται με ζύμη που περιέχει ανακατεμένα διάφορα υλικά, όπως τυρί, μέλι, σκόρδο κ.ά.
    • οἴμοι τάλας μυττωτὸν ὅσον ἀπώλεσα (Αριστοφάνης, Αχαρνείς, 174)
    • αἰτίαι δὲ δυσεντερίης μυρίαι, ἐπίκαιροι δὲ, ἀπεψίαι , ψύξιες συνεχέες, δριμέων πρόσαρσις, μυττωτῶν, κρομμύου αὐτοῦ, σκορόδου, κρεῶν παλαιῶν δριμέων ἐδωδή. (Αρεταίος, Περί δυσεντερίης, 2,9)
    • Ἱππῶνάξ φησί που· θύννον τε καὶ μυττωτὸν ἡμέρας πάσας δαινύμενος, ὥσπερ Λαμψακηνὸς εὐνοῦχος, κατέφαγεν. (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (επιτομή), 2, 1, 136)
  2. είδος σκορδαλιάς