μωροφιλόδοξος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]μωροφιλόδοξος, -η, -ο
- που οι φιλοδοξίες του είναι ανόητες, που είναι συγχρόνως ανόητος και φιλόδοξος
Συγγενικά
[επεξεργασία]- μωροφιλοδοξία
- → δείτε τις λέξεις μωρός, φιλόδοξος, φίλος και δόξα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μωροφιλόδοξος
|
|