μύδρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μύδρος μύδροι
γενική μύδρου μύδρων
αιτιατική μύδρο μύδρους
κλητική μύδρε μύδροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μύδρος < αρχαία ελληνική μύδρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmi.ðɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μύδρος αρσενικό

  1. πέτρωμα σε τήξη που τινάζεται από ηφαίστειο
  2. βλήμα πυροβόλου όπλου
  3. (ειδικότερα) οβίδα κανονιού
  4. (μεταφορικά) έντονη κριτική
    ο λυκειάρχης εξαπέλυσε μύδρους εναντίον των μαθητών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μύδρος αρσενικό