μύδρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μύδρος οι μύδροι
      γενική του μύδρου των μύδρων
    αιτιατική τον μύδρο τους μύδρους
     κλητική μύδρε μύδροι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μύδρος < αρχαία ελληνική μύδρος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmi.ðɾɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μύδρος αρσενικό

  1. πέτρωμα σε τήξη που τινάζεται από ηφαίστειο
  2. βλήμα πυροβόλου όπλου
  3. (ειδικότερα) οβίδα κανονιού
  4. (μεταφορικά) έντονη κριτική
    ο λυκειάρχης εξαπέλυσε μύδρους εναντίον των μαθητών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μύδρος αρσενικό