ξάφνιασμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξάφνιασμα ξαφνιάσματα
γενική ξαφνιάσματος ξαφνιασμάτων
αιτιατική ξάφνιασμα ξαφνιάσματα
κλητική ξάφνιασμα ξαφνιάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ξάφνιασμα < μεσαιωνική ελληνική ξάφνισμα < ξαφνίζω και ἐξαφνίζω < αρχαία ελληνική ἐξαίφνης < ἐξ + αἴφνης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ξάφνιασμα ουδέτερο

  1. απρόσμενος, απροσδόκητος, ξαφνικός τρόμος
  2. απροσδόκητη έκπληξη
    Η επίσκεψή σου Μαρία απόψε στο σπίτι μου θα ήταν ένα ευχάριστο ξάφνιασμα αν δεν είχα ήδη παρέα την Ελένη, οπότε μάλλον εσύ είχες ένα δυσάρεστο ξάφνιασμα υποθέτω...
  3. μικροτραυματισμός από απότομη κίνηση
    'Εχω ένα ξάφνιασμα στο λαιμό και φοράω τρεις μέρες τώρα νύχτα-μέρα ένα κολάρο που μου έχει αλλάξει τα φώτα

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]