οζαινώδης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- οζαινώδης < όζαινα + -ώδης < ελληνιστική κοινή ὄζαινα < αρχαία ελληνική ὄζω
Επίθετο
[επεξεργασία]οζαινώδης
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] οζαινώδης
|
|
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'μανιώδης' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ώδης (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)